- πανάῤῥητος
- παν-άῤ-ῥητος, ganz unaussprechlich, geheim
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
πανάρρητος — πανάρρητος, ον (ΑΜ) αυτός που δεν μπορεί να λεχθεί με τίποτε, τελείως ανέκφραστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + ἄρρητος] … Dictionary of Greek